μεταμορφώνομαι

ρήμα

1. Υποβάλλομαι σε αλλαγή μορφής ή εμφάνισης, ώστε να γίνομαι διαφορετικός σε εξωτερικά χαρακτηριστικά ή σχήμα.

2. Αλλάζω την ουσία, τον χαρακτήρα ή την κατάσταση μου, αποκτώντας νέα ιδιότητες, λειτουργίες ή ρόλο.

Συνώνυμα

μετατρέπομαι μετασχηματίζομαι αλλάζομαι μεταβάλλομαι αλλοιώνομαι μεταλλάσσομαι αναδιαμορφώνομαι γίνομαι απογίνομαι αναμορφώνομαι ανανεώνομαι εξελίσσομαι ξαναγίνομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε βράδυ στα όνειρά μου μεταμορφώνομαι σε πεταλούδα και πετώ πάνω από τη θάλασσα.
  • Όταν αντιμετωπίζω δυσκολίες, μεταμορφώνομαι και αναλαμβάνω πρωτοβουλίες που πριν φοβόμουν.
  • Κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή, μεταμορφώνομαι σε έναν χαρακτήρα με άλλη φωνή και στάση.
  • Στον μύθο της περιοχής λέγεται πως κάθε πανσέληνο μεταμορφώνομαι σε λύκο.
  • Στο μάθημα της βιολογίας φαντάζομαι ότι μεταμορφώνομαι σε πεταλούδα για να καταλάβω καλύτερα τη μεταμόρφωση.