απολύομαι

ρήμα

1. Παύω να απασχολούμαι ή να εργάζομαι σε μια θέση λόγω απόφασης του εργοδότη, λήξης σύμβασης ή άλλης διαδικασίας διακοπής της εργασιακής σχέσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Από αύριο απολύομαι από τη δουλειά μετά από δέκα χρόνια.
  • Μετά την εγχείρηση απολύομαι από το νοσοκομείο αύριο το πρωί.
  • Με το πέρας της θητείας απολύομαι από τον στρατό.
  • Σήμερα απολύομαι από την κράτηση και μπορώ να επιστρέψω σπίτι.
  • Με την αποπληρωμή του δανείου απολύομαι από την οικονομική υποχρέωση.