περιπλανιέμαι
ρήμα1. Κινούμαι από τόπο σε τόπο χωρίς σταθερό προορισμό ή συγκεκριμένο σκοπό.
2. Ταξιδεύω ή διαμένω προσωρινά σε διαφορετικά μέρη με νομαδικό ή ασταθή τρόπο ζωής.
3. Αφήνω τη σκέψη ή το βλέμμα να μετακινείται χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Σαββατοκύριακο περιπλανιέμαι στα μονοπάτια του βουνού.
- Κατά τη διάρκεια των διακοπών περιπλανιέμαι χωρίς χάρτη και πρόγραμμα.
- Όταν διαβάζω, περιπλανιέμαι με τις σκέψεις μου σε άλλους τόπους.
- Μετά την απόλυση, πολλές μέρες περιπλανιέμαι χωρίς ξεκάθαρο στόχο.
- Στους δρόμους της παλιάς πόλης περιπλανιέμαι αναζητώντας φωτογραφίες και ιστορίες.
- Κατά το ταξίδι περιπλανιέμαι από πόλη σε πόλη και γνωρίζω νέους ανθρώπους.