απομένω

ρήμα

1. Βρίσκομαι σε έναν χώρο ή κατάσταση μετά την αποχώρηση άλλων ή μετά από κάποια ενέργεια ή αλλαγή.

2. Υπάρχω ως υπόλοιπο μετά από αφαίρεση, κατανάλωση, διανομή ή άλλη πράξη για ποσότητες, αντικείμενα ή αγαθά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μου απομένει μόνο μία σελίδα για να τελειώσω το βιβλίο.
  • Από το κουτί απομένουν τρία σοκολατάκια.
  • Μετά από τόσα χρόνια, λίγοι απέμειναν από εκείνη την παρέα.
  • Δεν απομένει παρά να υπογράψουμε το συμβόλαιο.
  • Απομένω εδώ μέχρι να επιστρέψεις.