υπολείπομαι
ρήμα1. Μένω πίσω σε κίνηση, ρυθμό ή πρόοδο σε σχέση με άλλους, με το αναμενόμενο ή με ένα πρότυπο.
2. Παρουσιάζω μικρότερη ποσότητα, ποιότητα ή σημασία σε σύγκριση με κάτι άλλο.
3. Παραμένω ως υπόλοιπο που απομένει μετά από αφαίρεση, διανομή ή ολοκλήρωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
υπερέχω ξεπερνώ προσπερνώ ξεπερνάω υπερβαίνω προηγούμαι προπορεύομαι πλεονεκτώ περισσεύω εξαντλούμαι προλαβαίνω αντεπεξέρχομαι υπερισχύω κυριαρχώ εξαφανίζομαι επιτυγχάνω αναβαθμίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Υπολείπεται μόνο ένας μήνας για τις εξετάσεις.
- Σε σχέση με τους συναδέλφους, υπολείπομαι σε εμπειρία.
- Μας υπολείπονται χίλια ευρώ για να ολοκληρωθεί το έργο.
- Μετά την καταμέτρηση, υπολείπονταν μόνο τρία προϊόντα στο ράφι.
- Το παλιό λογισμικό υπολείπεται σε λειτουργικότητα σε σύγκριση με το νέο.