διαγράφομαι
ρήμα1. Αφαιρούμαι ή εξαλείφομαι από κείμενο, επιγραφή ή γραπτό σημείωμα με πράξη που καταργεί τα γράμματα, χαρακτήρες ή τμήματα του κειμένου.
Συνώνυμα
σβήνομαι αφαιρούμαι κόβομαι απομακρύνομαι ακυρώνομαι αποσύρομαι εξαιρούμαι αποκλείομαι καταργούμαι εξαφανίζομαι αποβάλλομαι ανακαλούμαι απολύομαι απαλλάσσομαι
Αντώνυμα
εγγράφομαι καταχωρούμαι διατηρούμαι παραμένω κρατούμαι συμπεριλαμβάνομαι εντάσσομαι λογίζομαι επιλέγομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που δεν ανανεώνω τη συνδρομή, διαγράφομαι από την υπηρεσία.
- Αν δεν πληρώσω το τέλος εγγραφής, διαγράφομαι από το μητρώο.
- Ζήτησα να διαγράφομαι από τις λίστες προώθησης και επιβεβαίωσαν ότι το έκαναν.
- Μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία, διαγράφομαι αυτόματα από τα ενεργά αρχεία.
- Επειδή έλειψα για μήνες, διαγράφομαι από το μάθημα.
- Αν το προφίλ μου παραμείνει ανενεργό, διαγράφομαι χωρίς προειδοποίηση.