διατηρώ

ρήμα

1. Κρατώ κάτι σε συγκεκριμένη ή αρχική κατάσταση, αποτρέποντας τη φθορά, την αλλοίωση ή την αλλαγή.

2. Φροντίζω για τη συνεχή λειτουργία, παρουσία ή ύπαρξη ενός συστήματος, διαδικασίας ή κατάστασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

χάνω εγκαταλείπω παρατάω παραμελώ αφαιρώ αποκόπτω ανατρέπω εκχωρώ εξαλείφω παραποιώ φθείρω αλλάζω ρίχνω χαλάω αλλοιώνω αναστρέφω αντικαθιστώ θυσιάζω καταλύω τροποποιώ καταργώ αποσύρω απεμπολώ ακυρώνω καταστρέφω διακόπτω σταματώ παύω αποσυνδέω κόβω αφήνω αναθεωρώ αναιρώ ανακαλώ ανταλλάσσω αποβάλλω αποδίδω αποθέτω αποποιούμαι εξολοθρεύω εξοντώνω καταλείπω καταναλώνω κατεδαφίζω ματαιώνω μεταβιβάζω μετακινώ μηδενίζω ξεκάνω ξεκόβω ξεπουλώ παραχωρώ παύομαι σπαταλώ υπονομεύω υποχωρώ γίνομαι πειράζω σκοτώνω περνάω σταματάω παρατώ μεταφέρω παραδίδω ξεφορτώνομαι παραιτούμαι διώχνω λήγω διαλύω απολύω αναιρούμαι ανασκευάζω απαλείφω απογυμνώνω διαταράσσω εκδιώκω εκδιώχνω εκποιώ επιδίδω ισοπεδώνω μετατρέπομαι ξεγράφω ξηλώνω παραμορφώνω παραχαράσσω προσαρμόζω ξεχνάω απομακρύνω αποσπώ γκρεμίζω διαστρεβλώνω λησμονώ μοιράζω ξεφορτώνω πειραματίζομαι σπάζω τερματίζω τελειώνω πετάω πουλάω προδίδω καίω πουλώ κατασπαταλώ μεταπωλώ ξεπαγώνω

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ διατηρώ καλή φυσική κατάσταση με καθημερινή άσκηση.
  • Προσπαθώ να διατηρώ το σπίτι οργανωμένο για να μην χάνω πράγματα.
  • Εγώ διατηρώ τις οικογενειακές παραδόσεις ζωντανές με μικρές τελετές κάθε χρόνο.
  • Για να προστατεύσω το περιβάλλον, διατηρώ χαμηλά την κατανάλωση νερού και ενέργειας.
  • Ως διαχειριστής του συστήματος, διατηρώ ενημερωμένα τα αρχεία και τα αντίγραφα ασφαλείας.