κατεδαφίζω
ρήμα1. Αφαιρώ ή καταστρέφω συστηματικά τα δομικά στοιχεία ενός κτιρίου ή άλλης κατασκευής, ώστε η κατασκευή να παύσει να υφίσταται ως σταθερή δομή.
Συνώνυμα
γκρεμίζω ισοπεδώνω ξεθεμελιώνω ανατινάζω καταστρέφω συντρίβω ξηλώνω αποξηλώνω σπάω αποδομώ καταρρίπτω αποσυναρμολογώ διαλύω σαρώνω ξετινάζω κατατροπώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα κατεδαφίζω το παλιό σπίτι στη γωνία.
- Στη δουλειά μου κατεδαφίζω επικίνδυνα κτίρια και ασφαλίζω την περιοχή.
- Σε κάθε δημόσιο διάλογο κατεδαφίζω τα επιχειρήματά του με τεκμήρια.
- Όταν απογοητεύομαι, κατεδαφίζω τα δικά μου όνειρα.
- Χωρίς άδεια δεν κατεδαφίζω κανένα κτίριο.