εξολοθρεύω

ρήμα

1. Αφαιρώ με βία ή συστηματική δράση κάθε μέλος ενός συνόλου ανθρώπων, ζώων ή οργανισμών, ώστε να μην απομένει κανένα.

2. Εξαλείφω πλήρως επιβλαβείς οργανισμούς ή καταστάσεις (π.χ. παράσιτα, ασθένειες, απειλές) με σκοπό να πάψουν να υφίστανται.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γεωπόνος κατάφερε να εξολοθρεύσει τα έντομα που κατέστρεφαν τη σοδειά.
  • Οι επιστήμονες εργάζονται για να εξολοθρεύσουν την ασθένεια σε παγκόσμια κλίμακα.
  • Στο μυθιστόρημα, ο ήρωας προσπαθεί να εξολοθρεύσει την αδικία που μαστίζει την πόλη.
  • Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μέτρα για να εξολοθρεύσει τη διαφθορά στους δημόσιους οργανισμούς.
  • Χρησιμοποιήσαμε ειδικά φάρμακα για να εξολοθρεύσουμε τα παράσιτα στο ζώο.