εξοντώνω
ρήμα1. Προκαλώ τον θάνατο σε άτομα ή ζώα σε μεγάλη κλίμακα ή ολοσχερώς, αφαιρώντας τη ζωή τους.
2. Καταστρέφω κάτι τόσο ολοκληρωτικά που παύει να υπάρχει ή να λειτουργεί όπως πριν.
Συνώνυμα
εξολοθρεύω αφανίζω εκμηδενίζω ξεκάνω εξαλείφω εξαφανίζω καταστρέφω σκοτώνω φονεύω δολοφονώ εξουδετερώνω ξεκληρίζω τελειώνω σφάζω καθαρίζω θανατώνω κατατροπώνω σφαγιάζω ισοπεδώνω αποδεκατίζω διαλύω συνθλίβω ξεσκίζω τιμωρώ νικάω νικώ υπερνικώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε άνοιξη εξοντώνω τα τρωκτικά της αποθήκης.
- Από την αϋπνία και το άγχος εξοντώνω τον εαυτό μου.
- Με τις συνεχείς ζημιές εξοντώνω οικονομικά την επιχείρηση.
- Στον τελικό εξοντώνω τους αντιπάλους μου.
- Στην πολεμική επιχείρηση εξοντώνω κάθε ένοπλη απειλή.