καταστρέφω
ρήμα1. Προκαλώ πλήρη ή μερική απώλεια της δομής, της λειτουργίας ή της ακεραιότητας ενός αντικειμένου, μιας κατασκευής ή κάποιου φυσικού στοιχείου.
2. Κάνω κάτι άχρηστο ή μη λειτουργικό μέσω βλάβης, φθοράς ή κακής μεταχείρισης.
Συνώνυμα
εξολοθρεύω εξοντώνω αφανίζω εξαφανίζω συντρίβω ισοπεδώνω γκρεμίζω κατεδαφίζω εξαλείφω διαλύω θρυμματίζω διαμελίζω ερείπω φθείρω κατασπαράζω χαλάω βλάπτω ανατρέπω εκμηδενίζω ζημιώνω ξεκάνω σπάζω αποδομώ αχρηστεύω πλακώνω εξαφανίζομαι αποσυνθέτω καταποντίζω ξεριζώνω σαρώνω ξεσκίζω διαφθείρω καταβαραθρώνω εξολοθρεύομαι πειράζω σπάω επιτίθεμαι καίω εξουδετερώνω σκίζω υπονομεύω αποδιοργανώνω διαβρώνω καταλύω καταρρίπτω σακατεύω συνθλίβω
Αντώνυμα
δημιουργώ οικοδομώ κτίζω κατασκευάζω επισκευάζω επιδιορθώνω ανακαινίζω αναστηλώνω ανοικοδομώ σώζω διασώζω διατηρώ διαφυλάσσω προστατεύω συντηρώ επαναφέρω φτιάχνω ανακτώ αναπαράγω αποκαθιστώ παρασκευάζω πλάθω σκαρώνω ανεγείρω αρχειοθετώ σμιλεύω επανορθώνω αναπλάθω θεμελιώνω ενισχύω κάνω τακτοποιώ σχεδιάζω διορθώνω παράγω αποθηκεύω γεννώ διαμορφώνω θεραπεύω περιποιούμαι στηρίζω συντάσσω σχηματίζω αναβιώνω βελτιώνω γιατρεύω εγκαθιδρύω εδραιώνω βοηθώ γράφω διαβάζω καθαρίζω ετοιμάζω ανανεώνω αναπαριστώ εξασφαλίζω οργανώνω προετοιμάζω στρώνω συναρμολογώ συνθέτω αξιοποιώ επουλώνω ζυμώνω ξελασπώνω συγκροτώ χτίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σεισμός κατέστρεψε πολλά κτίρια στην πόλη.
- Οι βάνδαλοι κατέστρεψαν το άγαλμα στο πάρκο.
- Η παράνομη υλοτομία καταστρέφει το δάσος.
- Η κριτική του αφεντικού κατέστρεψε την αυτοπεποίθησή της.
- Ο ιός κατέστρεψε όλα τα αρχεία στον υπολογιστή της.