ξεπαγώνω

ρήμα

1. Επαναφέρω σε μη παγωμένη κατάσταση ουσία ή τροφή που είχε καταψυχθεί, επιτρέποντας να λιώσει ο πάγος και να αποκτήσει ξανά την κανονική υφή ή θερμοκρασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρέπει να ξεπαγώνω το κρέας πριν το μαγείρεμα.
  • Κάθε δύο μήνες ξεπαγώνω τον καταψύκτη για να μην σχηματίζεται πάγος.
  • Το ρήμα ξεπαγώνω χρησιμοποιείται και μεταφορικά, π.χ. όταν οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων ή κρατών αρχίζουν να βελτιώνονται.
  • Σε οικονομικό πλαίσιο, το ρήμα ξεπαγώνω σημαίνει την άρση του παγώματος κεφαλαίων ή λογαριασμών.
  • Στον χώρο της πληροφορικής, το ρήμα ξεπαγώνω περιγράφει την απελευθέρωση μιας 'παγωμένης' διεργασίας ή εφαρμογής.