φθείρω

ρήμα

1. Προκαλώ σταδιακή σωματική ή υλική αλλοίωση που μειώνει την ακεραιότητα, τη συνοχή ή την επιφάνεια ενός αντικειμένου λόγω χρήσης, τριβής, παλαιότητας ή χημικής ή φυσικής επίδρασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καθημερινή χρήση φθείρει τα ρούχα.
  • Τα χρόνια φθείρουν την υγεία και την αντοχή του οργανισμού.
  • Η υγρασία φθείρει τα θεμέλια του κτιρίου.
  • Η διαφθορά φθείρει την εμπιστοσύνη στην κοινωνία.
  • Οι μικρές προστριβές της καθημερινότητας φθείρουν σταδιακά τη σχέση.