ξεκάνω
ρήμα1. Να προκαλέσω οριστική παύση της ζωής ενός οργανισμού, αφαιρώντας του την ικανότητα για περαιτέρω βιολογικές λειτουργίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον ξεκάνω αν τον ξαναπιάσω να κλέβει.
- Θα ξεκάνω τη δουλειά μέχρι το απόγευμα.
- Στο πάρτι ξεκάνησαν όλα τα γλυκά μέσα σε πέντε λεπτά.
- Με ξεκάνεις κάθε φορά που λες την ιστορία.
- Η ομάδα μας τους ξεκάνισε στον ημιτελικό.