ταλαιπωρούμαι
ρήμα1. Υφίσταμαι σωματική ή ψυχική κόπωση και εξάντληση εξαιτίας επίπονων συνθηκών, μακρών διαδρομών ή συνεχούς προσπάθειας.
Συνώνυμα
υποφέρω βασανίζομαι κακοπαθαίνω περνάω κακοπαθώ δοκιμάζομαι δυσκολεύομαι κοπιάζομαι ζορίζομαι σέρνομαι στενοχωριέμαι κοπιάζω πάσχω παθαίνω κουράζομαι εξαντλούμαι τραβιέμαι μοχθώ πονώ υποβάλλομαι πονάω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από χθες που κρύωσα, ταλαιπωρούμαι και δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Με τις άσχημες καιρικές συνθήκες, ταλαιπωρούμαι κάθε φορά που ταξιδεύω.
- Με τις καθυστερήσεις στην εφορία, ταλαιπωρούμαι εδώ και εβδομάδες.
- Όταν αλλάζω σπίτι, πάντα ταλαιπωρούμαι περισσότερο απ' ό,τι υπολογίζω.
- Με τους πόνους στη μέση, ταλαιπωρούμαι καθημερινά στη δουλειά.