συνταράσσω
άλλοΠροκαλώ έντονη συναισθηματική, ψυχική ή σωματική αναστάτωση σε κάποιον ή κάτι, έτσι ώστε να επηρεάζεται βαθιά η ηρεμία ή η σταθερότητά του.
Συνώνυμα
συγκλονίζω σοκάρω ταρακουνώ τραντάζω κλονίζω αναστατώνω ταράζω σείω ταρακουνάω ανακατεύω συγκινώ ενθουσιάζω συναρπάζω ταράσσω φοβίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνταράσσω το σπίτι κάθε φορά που περνάει φορτηγό από τον δρόμο.
- Συνταράσσω τους κατοίκους με την είδηση της μεγάλης πυρκαγιάς.
- Συνταράσσω τον κόσμο όταν αφηγούμαι την αλήθεια για το δυστύχημα.
- Συνταράσσω τις αναμνήσεις μου βλέποντας παλιές φωτογραφίες.
- Συνταράσσω την αγορά με τις δραστικές περικοπές τιμών.