ξεσφίγγω
ρήμα1. Μειώνω τη σύσφιξη ή το σφίξιμο ενός αντικειμένου, κάνοντάς το πιο χαλαρό.
2. Χαλαρώνω ή αφαιρώ δέσιμο ή ασφάλεια που συγκρατεί κάτι, ώστε να απελευθερωθεί ή να αποσπαστεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- ξεσφίγγω τον κόμπο του σχοινιού για να τον λύσω.
- Κάθε φορά που τρώω, ξεσφίγγω τη ζώνη του παντελονιού για να αισθάνομαι πιο άνετα.
- Μετά την προπόνηση ξεσφίγγω το σουτιέν γιατί με ενοχλεί.
- Στη συζήτηση αποφάσισα να ξεσφίγγω τα μέτρα για να δώσω λίγη ανάσα στην οικονομία.
- Με ένα βαθύ γέλιο ξεσφίγγω την ένταση που κουβαλούσα όλη μέρα.