καταθλίβομαι

ρήμα

Νιώθω έντονη και παρατεταμένη συναισθηματική θλίψη και ψυχική καταβολή, με απώλεια ενδιαφέροντος για συνηθισμένες δραστηριότητες, μείωση ενέργειας και δυσκολία στη συγκέντρωση, που επηρεάζει την καθημερινή λειτουργία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν ακούω τέτοια νέα, καταθλίβομαι εύκολα.
  • Η μακρόχρονη απομόνωση μπορεί να καταθλίβομαι έναν άνθρωπο.
  • Ο βαρύς και μουντός καιρός με καταθλίβομαι τον χειμώνα.
  • Παρά τις δυσκολίες, προσπάθησε να μη καταθλίβομαι.
  • Η συνεχής πίεση στη δουλειά τον έκανε να καταθλίβομαι περισσότερο.