καταθλίβομαι
ρήμαΝιώθω έντονη και παρατεταμένη συναισθηματική θλίψη και ψυχική καταβολή, με απώλεια ενδιαφέροντος για συνηθισμένες δραστηριότητες, μείωση ενέργειας και δυσκολία στη συγκέντρωση, που επηρεάζει την καθημερινή λειτουργία.
Συνώνυμα
θλίβομαι στενοχωριέμαι μελαγχολώ λυπούμαι καταρρακώνομαι συντρίβομαι μαραζώνω απογοητεύομαι απελπίζομαι βυθίζομαι καταπιέζομαι λιγοψυχώ αποθαρρύνομαι
Αντώνυμα
χαίρομαι ευθυμώ κεφάνομαι ευφραίνομαι αγαλλιάζομαι ανακουφίζομαι χαμογελώ ενθουσιάζομαι αναζωογονιέμαι χαλαρώνω ανανεώνομαι πανηγυρίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν ακούω τέτοια νέα, καταθλίβομαι εύκολα.
- Η μακρόχρονη απομόνωση μπορεί να καταθλίβομαι έναν άνθρωπο.
- Ο βαρύς και μουντός καιρός με καταθλίβομαι τον χειμώνα.
- Παρά τις δυσκολίες, προσπάθησε να μη καταθλίβομαι.
- Η συνεχής πίεση στη δουλειά τον έκανε να καταθλίβομαι περισσότερο.