αποδυναμώνω
ρήμα1. Μειώνω τη δύναμη, την ένταση, την αποτελεσματικότητα ή την ισχύ κάποιου ή κάτι σε μικρότερο βαθμό.
2. Κάνω κάτι λιγότερο ισχυρό, σταθερό ή έντονο.
3. Επηρεάζω αρνητικά την αντοχή, την απόδοση ή τη δυνατότητα δράσης κάποιου ή κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ενδυναμώνω αναζωογονώ εδραιώνω εντείνω ισχυροποιώ ενισχύω αναβαθμίζω αναζωπυρώνω διασφαλίζω ενθαρρύνω αναβιώνω εμψυχώνω ξεσηκώνω θωρακίζω τονώνω δυναμώνω συντελώ αντισταθμίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Οι συνεχείς καθυστερήσεις αποδυναμώνω την εμπιστοσύνη των πελατών.
- Η ασθένεια αποδυναμώνω πολύ τον οργανισμό του.
- Η κακή οργάνωση μπορεί να αποδυναμώνω την ομάδα σε κρίσιμες στιγμές.
- Η παρατεταμένη πίεση αποδυναμώνω την αντίσταση των εργαζομένων.
- Όταν λείπει η στήριξη, οι προσπάθειές τους αποδυναμώνω γρήγορα.