ερεθίζω
ρήμα1. Προκαλώ σε οργανισμό, ιστό ή αισθητήριο όργανο άμεση αισθητική ή φυσιολογική αντίδραση, όπως πόνο, φαγούρα, τσούξιμο ή αυξημένη ευαισθησία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου αρέσει να ερεθίζω τις αισθήσεις μου με ζωηρά χρώματα και μουσική.
- Ο καπνός ερεθίζει τα μάτια και προκαλεί δάκρυα.
- Μην τον ερεθίζεις, γίνεται εύκολα εκνευρισμένος.
- Το μυθιστόρημα ερεθίζει τη φαντασία του αναγνώστη.
- Η απλή αφή ερεθίζει τα νεύρα στο δέρμα και προκαλεί αντανακλαστική αντίδραση.