καταπιέζομαι
ρήμα1. Υφίσταται περιορισμό, εξαναγκασμό ή εκμετάλλευση από άλλους ή από εξωτερικές συνθήκες, με αποτέλεσμα τη μείωση της ελευθερίας, των δικαιωμάτων ή των δυνατοτήτων δράσης.
Συνώνυμα
καταστέλλομαι καταπνίγομαι πιέζομαι συγκρατούμαι υφίσταμαι υποτάσσομαι φιμώνομαι πνίγομαι κρατιέμαι βασανίζομαι συμπιέζομαι συνθλίβομαι στριμώχνομαι δαμάζομαι καταθλίβομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη δουλειά συχνά αισθάνομαι ότι καταπιέζομαι και δεν μπορώ να εκφράσω τις ιδέες μου.
- Στην οικογένειά μου καταπιέζομαι από τις προσδοκίες και τους κανόνες που με περιορίζουν.
- Στη χώρα μου καταπιέζομαι όταν περιορίζονται οι ατομικές ελευθερίες και η κριτική φωνή.
- Προσπαθώ να μην καταπιέζομαι απέναντι στα συναισθήματά μου, γιατί αυτό με κάνει να νιώθω χειρότερα.
- Όταν καταπιέζομαι, νιώθω άγχος, θυμό και δυσκολία στον ύπνο.