εστιάζω
ρήμα1. Κατευθύνω την προσοχή ή το ενδιαφέρον σε κάποιο πρόσωπο, αντικείμενο ή ζήτημα, συγκεντρώνοντας νοητική ενέργεια σε αυτό.
2. Ρυθμίζω το φακό, το μάτι ή άλλο οπτικό μέσο ώστε η εικόνα να γίνει καθαρή και ευκρινής.
Συνώνυμα
επικεντρώνομαι συγκεντρώνομαι κεντράρω προσέχω στρέφομαι στοχεύω προσανατολίζομαι συγκεντρώνω κατευθύνω επικεντρώνω καρφώνω στρέφω εντείνω προσανατολίζω εντοπίζω σκοπεύω
Αντώνυμα
αποσπώ αποπροσανατολίζω διασπώ διασκορπίζομαι αποπροσανατολίζομαι ξεφεύγω παρασύρομαι χαλαρώνω χάνω αποδιοργανώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Με το νέο φακό εστιάζω εύκολα σε μακρινά αντικείμενα.
- Όταν διαβάζω για εξετάσεις, εστιάζω αποκλειστικά στο υλικό.
- Στη συζήτηση, εστιάζω περισσότερο στα σημαντικά σημεία.
- Στην εργασία μου εστιάζω στην ποιότητα παρά στην ταχύτητα.
- Τα μάτια μου κουράζονται όταν εστιάζω σε οθόνες για πολλή ώρα.