αφήνομαι

ρήμα

1. Παραδίνομαι ή εγκαταλείπω την αντίσταση, αφήνοντας τον έλεγχο ή την ευθύνη σε άλλον ή σε εξωτερικές περιστάσεις.

2. Χαλαρώνω και αποβάλλω την ένταση ή τον αυτοέλεγχο, επιτρέποντας στο σώμα ή στα συναισθήματα να εκφραστούν ελεύθερα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σε δύσκολες στιγμές αφήνομαι στα συναισθήματά μου.
  • Στο χειρουργείο αφήνομαι στα χέρια του γιατρού.
  • Κατά το μασάζ αφήνομαι και ξεχνάω το άγχος.
  • Στη θάλασσα αφήνομαι στο κύμα και επιπλέω.
  • Στις προκλήσεις δεν αφήνομαι εύκολα.