αποφορτίζω
ρήμα1. Αφαιρώ ηλεκτρικό ή ηλεκτροστατικό φορτίο από ένα σώμα ή κύκλωμα, μειώνοντας ή εξουδετερώνοντας τη συσσώρευση ηλεκτρικής ενέργειας.
Συνώνυμα
ξεφορτώνω εκφορτώνω εκφορτίζω αδειάζω ανακουφίζω ελαφρύνω ξελαφρώνω χαλαρώνω ξεκουράζω αποσυμπιέζω εκκενώνω αποσυμφορώ ξεσκάω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ αποφορτίζω την μπαταρία του κινητού πριν την επαναφόρτιση.
- Στο λιμάνι αποφορτίζω τα κοντέινερ που φέρνει το πλοίο.
- Μετά από μια δύσκολη μέρα στο γραφείο, αποφορτίζω τρέχοντας στο πάρκο.
- Στο εργαστήριο, αποφορτίζω τον πυκνωτή πριν από οποιαδήποτε επέμβαση.