κουράζομαι
ρήμα1. Να χάνω σταδιακά τη σωματική ή ψυχική ενέργεια και να αισθάνομαι κόπωση ή εξάντληση.
2. Να νιώθω δυσφορία ή απώλεια υπομονής και ενδιαφέροντος λόγω επαναλαμβανόμενων, μακροχρόνιων ή επίπονων δραστηριοτήτων.
Συνώνυμα
κοπιάζω κοπιάω εξαντλούμαι εξουθενώνομαι καταπονούμαι ταλαιπωρούμαι ξεθεώνομαι ξεζουμίζομαι αποκάμνω ξεπατώνομαι νιώθω βαριέμαι πασχίζω τραβιέμαι τσακίζομαι λαχανιάζω μοχθώ εξοντώνομαι ζορίζομαι κακοπαθώ
Αντώνυμα
ξεκουράζομαι αναπαύομαι χαλαρώνω ξαποσταίνω αναζωογονιέμαι ανακουφίζομαι συνέρχομαι διασκεδάζω δυναμώνω ζωντανεύω
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά το τρέξιμο κουράζομαι πολύ.
- Στο τέλος της μέρας στο γραφείο κουράζομαι από την πολλή δουλειά.
- Πραγματικά κουράζομαι να επαναλαμβάνω τα ίδια κάθε μέρα.
- Στην ουρά κουράζομαι να περιμένω τόση ώρα.
- Πλέον κουράζομαι γρήγορα όταν ανεβαίνω σκάλες.