ξαπλώνομαι
ρήμαΤοποθετούμαι σε οριζόντια θέση πάνω σε κάποια επιφάνεια, συνήθως για ύπνο, ξεκούραση ή ανάπαυση.
Συνώνυμα
ξαπλώνω πλαγιάζω κατακλίνομαι κείτομαι πέφτω εκτείνομαι αναπαύομαι αράζω απλώνομαι κουλουριάζομαι κοιμάμαι ξεκουράζομαι χαλαρώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε απόγευμα, όταν κουράζομαι, ξαπλώνωμαι για λίγη ώρα.
- Πριν κοιμηθώ, συνήθως ξαπλώνωμαι και διαβάζω λίγο.
- Στην παραλία, ξαπλώνωμαι στον ήλιο με την πετσέτα μου.
- Όταν έχω πυρετό, ξαπλώνωμαι στο κρεβάτι και παίρνω ανάσες.
- Για να χαλαρώσω μετά τη γυμναστική, ξαπλώνωμαι και κάνω ήπιες διατάσεις.