εμπλέκω
ρήμα1. Κάνω κάποιον ή κάτι να συμμετέχει σε υπόθεση, δραστηριότητα ή σχέση, συνδέοντάς τον λειτουργικά ή αιτιωδώς με αυτήν.
2. Συνδέω κάποιον με παράνομη ή αμφιλεγόμενη πράξη, θέτοντάς τον υπό υποψία ή ευθύνη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην εμπλέκεσαι σε ξένες υποθέσεις.
- Ο διευθυντής εμπλέχτηκε σε σκάνδαλο διαφθοράς.
- Δεν θέλω να εμπλέκω τα παιδιά σε διαφωνίες ενηλίκων.
- Τα γρανάζια εμπλέκονται μεταξύ τους και κινούν το μηχάνημα.
- Τον εμπλέξαμε άθελά μας σε μια πολύπλοκη υπόθεση.