διατυπώνω
ρήμα1. Εκφράζω ή παρουσιάζω με λόγια ή γραπτά μια σκέψη, άποψη ή πληροφορία με σαφήνεια.
2. Διαμορφώνω τη φράσηση ή τη σύνταξη ενός κειμένου, ερώτησης ή πρότασης επιλέγοντας κατάλλημες λέξεις ώστε το περιεχόμενο να αποδίδεται με συγκεκριμένο τρόπο.
Συνώνυμα
εκφράζω δηλώνω παρουσιάζω αρθρώνω προβάλλω υποβάλλω καταθέτω επιχειρηματολογώ ερωτώ θέτω λέγω παραθέτω σχολιάζω μιλάω γράφω ρωτώ εκφράζομαι προφέρω τοποθετούμαι λέω περιγράφω συντάσσω αναπτύσσω εκφωνώ διακηρύσσω ξεστομίζω εκδηλώνω αναγγέλλω εγείρω εκθέτω ερμηνεύω καθορίζω ομιλώ ορίζω προσδιορίζω μιλώ ρωτάω προτείνω ισχυρίζομαι σοβαρολογώ πετάω επεξηγώ θεσπίζω κηρύσσω ξεδιπλώνω φράζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνέντευξη διατυπώνω την άποψή μου με σαφήνεια.
- Στην επιστημονική εργασία διατυπώνω την κύρια υπόθεση και τα συμπεράσματά μου.
- Σε ένα επίσημο έγγραφο διατυπώνω τους όρους της συμφωνίας.
- Στο ηλεκτρονικό μήνυμα διατυπώνω το αίτημά μου με ευγενικό τρόπο.
- Όταν σχεδιάζω την έρευνα, διατυπώνω τα ερευνητικά ερωτήματα προσεκτικά.