ανασύρω
ρήμα1. Τραβάω ή εξάγω κάτι από το εσωτερικό ενός χώρου ή από το νερό, συχνά με την πρόθεση να το φέρω στην επιφάνεια.
2. Φέρνω ξανά σε πρόσβαση ή χρήση ένα αντικείμενο, αρχείο ή δεδομένο που ήταν αποθηκευμένο ή μη προσπελάσιμο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από το βυθό ανασύρω ένα παλιό σιδερένιο κουτάλι.
- Προσπαθώ να ανασύρω τα διαγραμμένα αρχεία από τον σκληρό δίσκο.
- Κάθε φορά που ανοίγω το κουτί, ανασύρω φωτογραφίες από τα νιάτα μου.
- Με την έρευνά μου ανασύρω ξεχασμένα έγγραφα από το αρχείο της πόλης.
- Όταν μιλάμε γι' αυτά, συχνά ανασύρω παλιούς φόβους και αμφιβολίες.