χαρακτηρίζω
άλλο1. Αποδίδω σε κάποιον ή κάτι ορισμένα γνωρίσματα, ιδιότητες ή ιδιαίτερα στοιχεία.
2. Περιγράφω ή παρουσιάζω με τρόπο που αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά ή τη φύση κάποιου ή κάτι.
3. Κατατάσσω κάποιον ή κάτι σε μια κατηγορία με βάση τα γνωρίσματά του.
Συνώνυμα
περιγράφω ορίζω προσδιορίζω κατατάσσω ταξινομώ κατηγοριοποιώ ονομάζω αποκαλώ καθορίζω προσάπτω ταυτοποιώ επισημαίνω βαπτίζω στιγματίζω θεωρώ διακρίνω οριοθετώ δηλώνω κατονομάζω ονοματίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά χαρακτηρίζω τους φίλους μου με ένα μόνο επίθετο.
- Στη συνέντευξη χαρακτηρίζω την ενέργεια της εταιρείας ως αθέμιτη.
- Στην παρουσίαση χαρακτηρίζω το δείγμα ως αντιπροσωπευτικό για τη μελέτη.
- Τον χαρακτηρίζω ως έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της εποχής μας.
- Στο δοκίμιό μου χαρακτηρίζω την περίοδο αυτή με στοιχεία οικονομικής αβεβαιότητας.