παρουσιάζω
ρήμα1. Κάνω κάτι να γίνει γνωστό ή ορατό σε άλλους προσφέροντας πληροφορίες, δείγματα ή εξηγήσεις ώστε να το αντιληφθούν ή να το αξιολογήσουν.
Συνώνυμα
δείχνω επιδεικνύω εκθέτω προβάλλω εμφανίζω συστήνω υποβάλλω καταθέτω εκδηλώνω φανερώνω παραθέτω ανακοινώνω δηλώνω αποκαλύπτω εισάγω αναπαριστώ διατυπώνω εκφωνώ λέω μιλώ φέρνω γνωρίζω στήνω αντιπροσωπεύω εκφράζω θέτω περιγράφω προσκομίζω σερβίρω φιλοξενώ μιλάω παθαίνω αναφέρομαι απεικονίζω ξεδιπλώνω βγάζω προφέρω αποτυπώνω καταγράφω παριστάνω προσφέρω αποδεικνύω αναρτώ αποδίδω δημοσιοποιώ ερμηνεύω τεκμηριώνω επιτελώ γνωστοποιώ επικαλούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής παρουσιάζει τη νέα έρευνα στο συνέδριο.
- Η ασθενής παρουσιάζει πυρετό και βήχα από χτες.
- Στο μάθημα, εμείς παρουσιάζουμε τα τελικά μας έργα.
- Η εταιρεία παρουσιάζει αύξηση κερδών φέτος.
- Θα παρουσιάσω την ομάδα μας στους επενδυτές αύριο.