τάξη
ουσιαστικό1. Ομάδα μαθητών που παρακολουθούν μαζί ένα τμήμα ή επίπεδο εκπαίδευσης σε σχολείο, καθώς και το σύνολο της διδασκαλίας που λαμβάνει χώρα σε αυτόν τον κύκλο.
Συνώνυμα
τμήμα τάξις κλάση μάθημα οργάνωση ευταξία βαθμίδα κατηγορία κόσμος σειρά βαθμός σύστημα ποιότητα πειθαρχία ακολουθία γενεά διάταξη κανονικότητα ευρυθμία συστηματικότητα επίπεδο ομάδα αίθουσα τακτοποίηση στρώμα τάγμα σχολείο μέγεθος δομή κλίμακα αρμονία γένος ευπρέπεια καθαριότητα καθεστώς ομαλότητα διαδοχή μεθοδικότητα συμμετρία
Αντώνυμα
αταξία χάος ακαταστασία κατάσταση διαταραχή σύγχυση εξέγερση αναστάτωση ζούγκλα ακυβερνησία αναβρασμός αναμπουμπούλα ανομία ανοργανωσία αποδιοργάνωση ασυδοσία αχταρμάς μπάχαλο μπλέξιμο ανακατωσούρα ανοργάνωση διατάραξη μπερδεμάρα πανδαιμόνιο χαοτικότητα χαμός αναρχία σωρός συμμορία τσίρκο ανωμαλία δίνη αμορφία αναρχισμός αναταραχή βρωμιά οχλαγωγία παρανομία συγκυρία ταραχή τυχαίοτητα τυχαιότητα ανισορροπία ανταρσία απορρύθμιση αστάθεια βαβούρα επανάσταση κουβάρι λαίλαπα μακελειό παρατυπία στρόβιλος σάλος διάλειμμα μπέρδεμα ανοργανωσιά καταστροφή περιστατικό μπάζα ακαθαρσία αυθαιρεσία σούσουρο παραβατικότητα φουρτούνα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τάξη ξεκίνησε στις οκτώ το πρωί.
- Είναι στην τρίτη τάξη του δημοτικού.
- Χρειάζεται περισσότερη τάξη στο γραφείο για να δουλεύουμε καλύτερα.
- Η τάξη των εργατών διεκδικεί καλύτερα εργασιακά δικαιώματα.
- Στην ταξινομία, η τάξη των θηλαστικών περιλαμβάνει πολλά είδη.