ευπρέπεια

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο εμφανίζει κατάλληλη δημόσια συμπεριφορά, ενδυμασία και λόγο, με σεβασμό προς τους άλλους και τήρηση κοινωνικών ή ηθικών προτύπων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ευπρέπεια επιβάλλεται σε επίσημες συναντήσεις.
  • Διατήρησε την ευπρέπεια σου ακόμα και όταν διαφωνείς έντονα.
  • Ντύθηκε με ευπρέπεια για την τελετή αποφοίτησης.
  • Σε πολλές κοινωνίες, η ευπρέπεια θεωρείται δείγμα σεβασμού.
  • Στις δημόσιες εμφανίσεις του δεν είχε ευπρέπεια και αυτό προκάλεσε αντιδράσεις.