τμήμα
ουσιαστικό1. Μέρος ενός ευρύτερου συνόλου που προκύπτει από διαίρεση ή διαχωρισμό και έχει οριοθετημένη θέση ή λειτουργία μέσα στο όλο.
Συνώνυμα
μέρος κλάση κομμάτι τομέας κλάδος μονάδα διεύθυνση υπηρεσία παράρτημα διαμέρισμα τεμάχιο υποτμήμα ενότητα κεφάλαιο τομή μερίδα τάξη μοίρα σχολή κατηγορία μερίδιο σταθμός τάγμα στοιχείο μέλος διμοιρία εξάρτημα επιτελείο λόχος συνιστώσα συστατικό όργανο κλιμάκιο μπλοκ παρακλάδι υπομονάδα θραύσμα παράγραφος απόσπασμα κλάσμα σέκτορας υποενότητα γραφείο περιοχή μάθημα τόπος στρατός επεισόδιο κύκλος υπουργείο πέρασμα συνεργείο ποσοστό ινστιτούτο βραχίονας διαίρεση λωρίδα οργάνωση σχηματισμός υποκατάστημα άκρα αντιπροσωπεία νομός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού ανακοίνωσε νέες θέσεις.
- Το τμήμα Φυσικής του πανεπιστημίου διοργανώνει συνέδριο.
- Ένα μεγάλο τμήμα του βιβλίου ασχολείται με την τοπική ιστορία.
- Πήρα τηλέφωνο το τμήμα Τροχαίας για το ατύχημα.
- Το τμήμα της τρίτης τάξης πήρε μέρος στον διαγωνισμό.
- Το τρένο έχει τρία τμήματα, το καθένα με διαφορετικές παροχές.