ανισορροπία
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία απουσιάζει ή έχει διαταραχθεί η ισορροπία μεταξύ στοιχείων, δυνάμεων ή παραγόντων, με αποτέλεσμα αστάθεια, ανισότητα ή δυσλειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανισορροπία στο σώμα του τον έκανε να πέσει.
- Η οικονομική ανισορροπία ανάμεσα στις περιφέρειες προκαλεί μετανάστευση.
- Η ανισορροπία στο οικοσύστημα οφείλεται στην εισαγωγή ξενικών ειδών.
- Η ανισορροπία των ορμονών μπορεί να προκαλέσει κόπωση και διαταραχές ύπνου.
- Υπάρχει ανισορροπία μεταξύ της εργασίας και της προσωπικής ζωής πολλών εργαζομένων.