μπέρδεμα
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία στοιχεία ή πληροφορίες είναι ανάμεικτα ή ακατάστατα, με αποτέλεσμα τη δυσκολία διάκρισης ή κατανόησης.
2. Ψυχολογική κατάσταση αμηχανίας και αβεβαιότητας, όπου το άτομο δυσκολεύεται να πάρει απόφαση ή να οργανώσει τη σκέψη του.
Συνώνυμα
σύγχυση μπλέξιμο μπερδεμάρα μπέρδεμος παρανόηση παρεξήγηση αχταρμάς μπάχαλο εμπλοκή περιπλοκή κουβάρι ασάφεια μπελάς παζλ ανοργανωσία ανοργανωσιά θολούρα σούπα ανάμειξη ανακατωσούρα αποπροσανατολισμός ακαταστασία αταξία κόμπος ταραχή πρόβλημα δυσκολία αναστάτωση χαμός αποδιοργάνωση απορία γκάφα σφάλμα χάος αναμπουμπούλα παρεμπόδιση αμφισημία ανισορροπία ανοργάνωση ασυνεννοησία ατόπημα διατάραξη πανδαιμόνιο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπήρξε ένα μπέρδεμα με τα εισιτήρια και χάσαμε την πτήση.
- Το μπέρδεμα στα καλώδια του υπολογιστή έκανε δύσκολη τη μετακίνηση.
- Λίγο μπέρδεμα στην επικοινωνία προκάλεσε μια παρεξήγηση.
- Προσπάθησα να λύσω το μπέρδεμα στα χαρτιά του γραφείου.
- Το μπέρδεμα στη σχέση τους προκάλεσε αβεβαιότητα.