σύγχυση
ουσιαστικό1. Κατάσταση ψυχικής αμηχανίας ή απροσανατολισμού, όπου το άτομο δυσκολεύεται να κατανοήσει, να αξιολογήσει ή να αποφασίσει λόγω αντιφατικών πληροφοριών ή έντονης αβεβαιότητας.
Συνώνυμα
μπέρδεμα σαστισμός αποπροσανατολισμός αμηχανία ασάφεια θολούρα αναμπουμπούλα αχταρμάς χάος αναστάτωση ταραχή μπερδεμάρα παρανόηση ακαταστασία θόλωση ανοργανωσία ανοργανωσιά αποδιοργάνωση αταξία διαταραχή χαμός ανακατωσούρα κουβάρι χαοτικότητα ζάλη ζαλάδα παραζάλη απορία μπλεξίματα περιπλοκή μπλέξιμο πανικός αβεβαιότητα αμφισημία ανακρίβεια ανοργάνωση ασυνεννοησία διατάραξη θολότητα
Αντώνυμα
σαφήνεια διαύγεια ευκρίνεια τάξη οργάνωση ευταξία εξήγηση διευκρίνιση καθοδήγηση προσανατολισμός ξεκαθάρισμα ηρεμία βεβαιότητα ακρίβεια σταθερότητα συνέπεια αρμονία λύση συλλογή γαλήνη διάκριση συνεννόηση ψυχραιμία αποσαφήνιση διασαφήνιση ξεμπέρδεμα συντονισμός φανερότητα νηφαλιότητα απόφαση διατύπωση
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσε μεγάλη σύγχυση μετά την ανακοίνωση.
- Η αλλαγή του προγράμματος δημιούργησε σύγχυση στους μαθητές.
- Υπήρξε σύγχυση στην ταξινόμηση των φακέλων και χάθηκαν σημαντικά έγγραφα.
- Η ταυτόχρονη εκδήλωση προκάλεσε σύγχυση στην κυκλοφορία.
- Οι ασαφείς οδηγίες προκάλεσαν σύγχυση στους νέους υπαλλήλους.