ασυδοσία
ουσιαστικό1. Κατάσταση απουσίας περιορισμών ή ελέγχου, όπου επικρατεί ανεξέλεγκτη ελευθερία συμπεριφοράς ή δράσης.
Συνώνυμα
αυθαιρεσία ανομία αναρχία ελευθεριότητα παραβατικότητα ακολασία ατιθασία ατιμωρησία ακυβερνησία χάος μπάχαλο αναρχισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ασυδοσία στους δρόμους μετά τα επεισόδια προκάλεσε γενική ανησυχία.
- Η ασυδοσία της διοίκησης οδήγησε σε καταχρήσεις και διαφθορά.
- Δεν θα ανεχτώ την ασυδοσία στο σχολείο — πρέπει να υπάρχουν κανόνες.
- Ορισμένοι υπερασπίστηκαν την ασυδοσία της τέχνης ως μορφή απόλυτης ελευθερίας, ενώ άλλοι την θεώρησαν υπερβολή.
- Η ασυδοσία στο διαδίκτυο καθιστά δύσκολη την προστασία των προσωπικών δεδομένων.