μπλέξιμο
ουσιαστικό1. Κατάσταση όπου νήματα, σχοινιά, μαλλιά ή καλώδια είναι δεμένα ή μπερδεμένα μεταξύ τους, σχηματίζοντας κόμπους ή αναταραχή στη διάταξη.
Συνώνυμα
μπέρδεμα μπελάς εμπλοκή περιπλοκή περιπέτεια ανάμειξη σύγχυση κουβάρι πρόβλημα αναμπουμπούλα μπάχαλο μπουρδέλο κομφούζιο εμπλοκάρισμα αχταρμάς ανακάτεμα ενασχόληση ζήτημα συμβάν
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπήρξε μεγάλο μπλέξιμο στα καλώδια πίσω από την τηλεόραση.
- Με το καινούργιο συμβόλαιο έπεσα σε μπλέξιμο με τη γραφειοκρατία.
- Το μπλέξιμο των ονομάτων στη λίστα δημιούργησε καθυστέρηση.
- Προτίμησε να αποφύγει κάθε μπλέξιμο με τον πρώην της.
- Το πολιτικό μπλέξιμο στον δήμο οδήγησε σε έκτακτη σύσκεψη.