ομάδα
ουσιαστικό1. Σύνολο προσώπων που συνεργάζονται ή ενεργούν από κοινού για έναν συγκεκριμένο σκοπό, έργο ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
σύνολο γκρουπ επιτελείο συγκρότημα σύλλογος σύνδεσμος κοινότητα παρέα συντροφιά κλίκα συνεργείο πλήρωμα μπριγάδα παράταξη ένωση επιτροπή πλευρά μοίρα κατηγορία κοινωνία κύκλος εταιρία κοπάδι αγέλη κύκλωμα γένος κλαμπ λόχος μπουλούκι παρεάκι σετ σμήνος φάρα φατρία κλιμάκιο μπάντα κομπανία συμμορία σπείρα τάγμα διμοιρία συντεχνία συμμαχία ορχήστρα προσωπικό τάξη συμβούλιο λέσχη κόμμα αδελφότητα χορωδία λεγεώνα πυροσβεστική ακαδημία ενότητα θίασος κλάση κλάσμα παρεούλα συναγωγή συνασπισμός συνεταιρισμός σχηματισμός σωματείο σύναξη αντιπροσωπεία ράτσα συμπαράταξη συστοιχία σύμπλεγμα
Αντώνυμα
άτομο ένα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομάδα μας κέρδισε το παιχνίδι χθες.
- Η ομάδα του έργου συναντήθηκε για να συζητήσει το σχέδιο.
- Η ομάδα αίματός της είναι Α+.
- Στα μαθηματικά, μια ομάδα είναι ένα σύνολο με μια πράξη που ικανοποιεί συγκεκριμένους κανόνες.
- Μια ομάδα εθελοντών καθάρισε το πάρκο το πρωί.