αναρχία

ουσιαστικό

1. Πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από απουσία κεντρικής ή αναγνωρισμένης εξουσίας και από την άρνηση ή την κατάργηση των κρατικών και ιεραρχικών δομών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναρχία ως πολιτικό ρεύμα υποστηρίζει την κατάργηση του κράτους.
  • Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος επικράτησε αναρχία στους δρόμους.
  • Οργανώθηκε πρόχειρα, με αποτέλεσμα πλήρη αναρχία στην εκδήλωση.
  • Στο γραφείο υπάρχει αναρχία στα αρχεία, δεν μπορεί κανείς να βρει τίποτα.
  • Η απουσία ελέγχων οδήγησε σε αναρχία στις τιμές.