περιστατικό
ουσιαστικό1. Συγκεκριμένο γεγονός ή συμβάν που λαμβάνει χώρα σε ορισμένο χρόνο και τόπο.
2. Μεμονωμένη περίπτωση ή υπόθεση που εξετάζεται, αξιολογείται ή καταγράφεται σε σχέση με συγκεκριμένες συνθήκες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το περιστατικό καρδιακής ανακοπής αντιμετωπίστηκε γρήγορα από το προσωπικό.
- Αναφέραμε το περιστατικό στην αστυνομία για περαιτέρω διερεύνηση.
- Ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό και δεν επαναλήφθηκε.
- Το περιστατικό στο σχολείο δημιούργησε μεγάλη ανησυχία στους γονείς.
- Τα περιστατικά βανδαλισμών στην περιοχή έχουν αυξηθεί τον τελευταίο μήνα.