τυχαιότητα

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση του να συμβαίνει κάτι χωρίς προκαθορισμένο σχέδιο, πρόθεση ή αναγκαία αιτιώδη σχέση.

2. Συμβάν ή αποτέλεσμα που προκύπτει από τέτοια κατάσταση, συχνά απροσδόκητο και ανεξάρτητο από την πρόθεση ή τον έλεγχο των εμπλεκομένων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τυχαιότητα έκανε να συναντηθούμε ξανά μετά από είκοσι χρόνια.
  • Ήταν καθαρή τυχαιότητα που βρήκα δουλειά εκείνη την περίοδο.
  • Στη φυσική, η τυχαιότητα περιγράφει τη συμπεριφορά των μικροσωματιδίων.
  • Δεν θα έπρεπε να αποδίδεις τα πάντα στην τυχαιότητα όταν υπήρχε σαφής ανθρώπινη ευθύνη.
  • Στα τυχερά παιχνίδια, η τυχαιότητα συχνά υπερισχύει της δεξιότητας.