ζούγκλα
ουσιαστικό1. Μεγάλη έκταση τροπικού ή υποτροπικού δάσους με πολύ πυκνή, συχνά αδιαπέραστη βλάστηση, υγρό κλίμα και υψηλή βιοποικιλότητα, όπου απαντώνται πλήθος φυτικών και ζωικών ειδών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ζούγκλα του Αμαζονίου φιλοξενεί χιλιάδες είδη φυτών και ζώων.
- Περπατήσαμε ώρες μέχρι να βγούμε από την ζούγκλα.
- Η πόλη μετατρέπεται σε ζούγκλα για τους πεζούς τις ώρες αιχμής.
- Στον χώρο των επιχειρήσεων πολλές φορές επικρατεί ζούγκλα ανταγωνισμού.
- Οι ζούγκλες του πλανήτη πρέπει να προστατευτούν άμεσα.