συστηματικότητα
άλλοΗ ιδιότητα ή η κατάσταση κατά την οποία κάτι γίνεται με τάξη, μέθοδο και σταθερή οργάνωση.
Συνώνυμα
μεθοδικότητα οργάνωση οργανωτικότητα συνέπεια πειθαρχία τακτικότητα τάξη μεθοδολογία ευταξία μέθοδος συστηματοποίηση συντονισμός συνεκτικότητα τακτοποίηση προγραμματισμός ορθολογικότητα εργατικότητα λογικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συστηματικότητα στη δουλειά του τον έκανε αξιόπιστο στους συνεργάτες.
- Χωρίς συστηματικότητα στην έρευνα, τα αποτελέσματα γίνονται δύσκολα επαναλήψιμα.
- Η συστηματικότητα στη μελέτη των μαθημάτων βελτίωσε τους βαθμούς της.
- Η συστηματικότητα στη συντήρηση των μηχανών προλαμβάνει σοβαρές βλάβες.
- Αν θέλεις να οργανώσεις το αρχείο, χρειάζεται συστηματικότητα και υπομονή.
- Η συστηματικότητα των διαδικασιών στο δημόσιο τομέα μειώνει την αυθαιρεσία.