αίθουσα
ουσιαστικόΧώρος εντός κτιρίου, συνήθως κλειστός και διαμορφωμένος για παραμονή, συγκέντρωση, διδασκαλία, παρουσίαση ή άλλες δραστηριότητες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αίθουσα του σπιτιού μας φωτίζεται από μεγάλα παράθυρα.
- Οι μαθητές μπήκαν στην αίθουσα και κάθισαν στα θρανία.
- Η αίθουσα διαλέξεων γέμισε πριν ξεκινήσει το μάθημα.
- Η αίθουσα συνεδριάσεων βρίσκεται στον τρίτο όροφο του κτιρίου.
- Η αίθουσα συναυλιών ήταν κατάμεστη από κόσμο χθες το βράδυ.
- Έμεινε μόνη στην αίθουσα μετά την παράσταση.