αστάθεια

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα του να μην είναι σταθερό, να υπόκειται σε εύκολες ή συχνές μεταβολές στην ισορροπία, τη θέση, τη σύνθεση ή το αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αστάθεια στην κυβέρνηση προκαλεί ανησυχία στους επενδυτές.
  • Η οικονομική αστάθεια επηρεάζει την καθημερινότητα των νοικοκυριών.
  • Η αστάθεια των συναισθημάτων της έκανε τις αποφάσεις δύσκολες.
  • Η αστάθεια της κατασκευής οφείλεται σε ελαττωματικά θεμέλια.
  • Η αστάθεια του καιρού συνεχίζεται με εναλλαγές βροχών και ηλιοφάνειας.