σχολείο
ουσιαστικό1. Κτίριο ή χώρος όπου διεξάγεται οργανωμένη εκπαιδευτική δραστηριότητα για παιδιά, εφήβους ή ενήλικες.
2. Οργανωμένη εκπαιδευτική μονάδα ή θεσμός που παρέχει μαθήματα και διδακτικό πρόγραμμα με εκπαιδευτικό προσωπικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πάω στο σχολείο κάθε πρωί.
- Το παλιό σχολείο βρίσκεται στην κεντρική πλατεία.
- Το σχολείο αποφάσισε να αλλάξει το πρόγραμμα των μαθημάτων.
- Οι γονείς αγοράζουν τσάντες και τετράδια πριν ανοίξουν τα σχολεία.
- Η εμπειρία αυτή ήταν ένα καλό σχολείο για μένα.