ανομία
ουσιαστικό1. Κατάσταση απουσίας ή συστηματικής παραβίασης του νόμου, όπου οι κανές δικαίου δεν εφαρμόζονται ή δεν τηρούνται.
2. Κοινωνικό ή πολιτικό φαινόμενο που εκδηλώνεται ως αταξία, δυσλειτουργία και έλλειψη προστασίας δικαιωμάτων και ασφάλειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανομία στα προάστια έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.
- Οι πολίτες δεν ανέχονται πλέον την ανομία και ζητούν άμεση παρέμβαση.
- Η ανομία στην αγορά δημιούργησε ανασφάλεια για τους μικρούς επιχειρηματίες.
- Η ανομία που ακολούθησε την κατάρρευση των θεσμών ήταν βαθιά.
- Σε καιρούς κρίσης, η ανομία μπορεί να υπονομεύει την κοινωνική συνοχή.