ανοργανωσία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση έλλειψης οργάνωσης ή συστηματικής διάταξης, όπου επικρατεί αταξία, ασυνέπεια και έλλειψη συντονισμού στη δομή ή στις διαδικασίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανοργανωσία στο γραφείο προκαλεί καθημερινές καθυστερήσεις.
  • Παραπονέθηκαν για την ανοργανωσία της εκδήλωσης.
  • Η ανοργανωσία της επιχείρησης οδήγησε σε οικονομικές απώλειες.
  • Η ανοργανωσία των εγγράφων καθυστέρησε την επεξεργασία των αιτήσεων.
  • Η ανοργανωσία των ιδεών του δυσκόλεψε την παρουσίαση.